Κοινή αναφώνηση δημοσιογράφων που έχουν δυνατό θέμα για το δελτίο ειδήσεων, αλλά και ημών των ψαράδων μόλις πιάσουμε το συγκεκριμένο ψάρι στο αγκίστρι μας: «Πιάσαμε Λαβράκι!!!» Η εποχή είναι κατάλληλη για το συγκεκριμένο είδος ψαρέματος, αρκεί να χρησιμοποιήσουμε τα σωστά τεχνητά δολώματα.
Για την αρματωσιά της συγκεκριμένης συρτής χρησιμοποιήσαμε μια οργιά πετονιά διαμέτρου 40 χιλιοστών. Στο τέλος της μάνας, που ήταν 60 χιλιοστά, πριν δέσουμε το μικρό, βαρέως τύπου στριφτάρι, περάσαμε ένα συρόμενο μικρό μολύβι – ενώ μπορείτε να χρησιμοποιήσετε και περαστό συρτής.
Xρησιμοποιήσαμε ομοίωμα αθερίνας γιατί αυτή την εποχή στο συγκεκριμένο μέρος υπάρχουν τα συγκεκριμένα μικρόψαρα. Αυτός είναι και ένας από τους βασικούς παράγοντες της αλιευτικής επιτυχίας.
Αφού δέσουμε το στριφτάρι από τη μία του πλευρά στη μάνα, δένουμε την αρματωσιά από την άλλη πλευρά του και, στο τέλος της, ένα από τα τεχνητά δολώματα που επιλέγουμε. Στην προκειμένη περίπτωση χρησιμοποιήσαμε ομοίωμα αθερίνας, γιατί αυτή την εποχή στο συγκεκριμένο μέρος υπάρχουν τα συγκεκριμένα μικρόψαρα. Αυτός είναι και ένας από τους βασικούς παράγοντες της αλιευτικής επιτυχίας γενικότερα.
Χρησιμοποιούμε πάντα ως δόλωμα αυτό που κυνηγούν τα ψάρια τη συγκεκριμένη εποχή, και μάλιστα φροντίζουμε το μέγεθος του τεχνητού να είναι το ίδιο. Γι’ αυτό πρέπει στα αλιευτικά μας εργαλεία να υπάρχουν ψαράκια του ίδιου είδους, σε διάφορα μεγέθη. Μεταξύ στριφταριού και συρόμενου βαριδιού μπορούμε να περάσουμε και μία χάντρα, ώστε όταν αυτό κάποιες φορές συρθεί, να μη χτυπά και τραυματίζει τον κόμπο, αλλά να βρίσκει τη χάντρα.
Καλάμι και μηχανισμό χρησιμοποιήσαμε μεσαίου μεγέθους ευρείας χρήσεως, δηλαδή 30 λιμπρών με οδηγούς rings και μήκος 2.20 μέτρων με ευλύγιστο άκρο. Ο μηχανισμός που προσαρμόσαμε στο καλάμι είχε υψηλή σχέση 6.0/1. Δηλαδή, για καθεμία (1) πλήρη στροφή του λεβιέ το καρούλι της πετονιάς περιστρέφεται 6 φορές (6.0).
Το ψάρεμα

Ξεκινήσαμε χαράματα, είχαμε πολλή όρεξη και τη σιγουριά της επιτυχίας ζωγραφισμένη στα πρόσωπά μας. Σιγά σιγά άρχισε να φεύγει και το άγχος της πολύβουης πρωτεύουσας που μας καταπονεί καθημερινά. Με τη συζήτηση και μετά από συνεχή έλεγχο των δολωμάτων μήπως κατά τη διάρκεια της πλεύσης τους η σαλαγκιά είχε πιάσει κάποιο φύκι, η ώρα είχε φτάσει οκτώμισι. Οπως καταλάβατε, δεν είχαμε πιάσει απολύτως τίποτα… Δεν χάσαμε όμως το κέφι μας, «βγαίνουμε έξω για έναν καφέ και συνεχίζουμε αργότερα;» με ρώτησε ο Σπύρος. «Γιατί όχι; Αλλωστε στο ψάρεμα; Ποτέ δεν μας κυνηγά κανένας…» απάντησα.

Φροντίζουμε πάντα το τεχνητό μας δόλωμα να είναι το ίδιο με αυτό που κυνηγούν τα ψάρια τη συγκεκριμένη εποχή, και μάλιστα φροντίζουμε το μέγεθός του να είναι το ίδιο.
Γυρίσαμε στο λιμανάκι, απολαύσαμε τον καλύτερο ελληνικό καφέ, τσιμπήσαμε και κάτι. Η ώρα πήγε δέκα, ξαφνικά εκεί που καθόμασταν χαλαροί ο φίλος μου φώναξε: «Πάμε. Εχω έμπνευση!». Φύγαμε, βγήκαμε από το λιμάνι, ξετυλίξαμε τις αρματωσιές και μόλις αρχίσαμε να ψαρεύουμε, τον ρώτησα: «Την απόχη την πήρες;». Ασπρισε, «όχι» απάντησε. «…Κι αν πιάσουμε ψάρι και το χάσουμε όπως έγινε την προηγούμενη φορά με το τονάκι, τι γίνεται;» τον ρώτησα. «Πάμε έξω…» απάντησε αποφασιστικά. Εκεί έπεσε το γέλιο, διότι εμείς έτσι ψαρεύουμε, πάντα με κέφι.
Ξαναμαζεύουμε τις πετονιές, βγαίνουμε έξω, παίρνουμε την απόχη, ξαναβγαίνουμε από το λιμάνι, ξαναρίχνουμε τις αρματωσιές, ρυθμίζουμε την ταχύτητά μας στα 3,5 μίλια με τη βοήθεια του gps και συνεχίζουμε την πλεύση. Δεν πέρασε ένα τέταρτο της ώρας και να που η φωνή του Σπύρου αντήχησε σε όλη την ακτογραμμή: «Κόψε!!!»
Εννοούσε σταμάτα τη βάρκα, γιατί είχε πιάσει το πρώτο λαβράκι, και λέω το πρώτο γιατί ακολούθησαν κι άλλα… Οι αργοπορίες μάς βγήκαν σε καλό γιατί τα ψάρια απ’ ό,τι φάνηκε άρχισαν να τρώνε μεσημέρι. Η αλήθεια είναι ότι μερικές φορές το ψάρεμα δεν έχει ώρα, ειδικά όταν πρόκειται για λαβράκια ή τσιπούρες.
Είναι τρελά αυτά τα ψάρια…
Χαρακτηριστικά
Ας θυμηθούμε μερικά από τα βασικά χαρακτηριστικά του ασημόγκριζου πανέμορφου ψαριού. Από τα διαλεχτά ψάρια των ακτών μας, το λαβράκι ανήκει στην τάξη των οστεοκάνθων, στην ομάδα των ακανθοπτερυγίων και στην οικογένεια των περκιδών. Ψάρι λαίμαργο κι επιθετικό, η επιστημονική του ονομασία είναι «Λαύραξ ο Λύκος», ζει κοντά στις ακτές και στις εκβολές των ποταμών.
Το χρώμα του είναι από την επάνω πλευρά γκρίζο – μολυβί και από την κάτω έντονο ασημί. Το σώμα του σκεπάζεται από μικρά λέπια και έχει ένα αγκάθι στο κάθε «μάγουλο» του σχετικά μεγάλου κεφαλιού του. Ως καταδρομικό ψάρι, ένα μέρος της ζωής του περνά στα γλυκά νερά που τα αφήνει για να κατέβει στη θάλασσα, όπου γεννά τα αβγά του. Την άνοιξη το θηλυκό λαβράκι γεμίζει αβγά που τα γεννά Μάιο και Ιούνιο σε ακτές προστατευμένες από ρεύματα.
Την εποχή αυτή τα λαυράκια κολυμπούν σε ζευγάρια, αρσενικό – θηλυκό. Μόλις η θηλυκή λαύραξ αποθέσει τα αβγά της, το αρσενικό, που παρακολουθεί κάθε της κίνηση, πηγαίνει σ’ αυτά και αφήνει υγρό με το οποίο πραγματοποιείται η γονιμοποίησή τους. Το λαβράκι ψαρεύεται με πεταχτάρι, με πολυάγκιστρο δολωμένο με σαρδέλα, με μονάγκιστρο χωρίς βαρίδι δολωμένο με γαρίδα ζωντανή, νύχτα από βάρκα, και με άλλους ίσως τρόπους που εμπειρότεροι ψαράδες γνωρίζουν καλύτερα. Ακόμη με συρτή χρησιμοποιώντας κουταλάκι ή ομοίωμα μικρόψαρου, σαν αυτό που χρησιμοποιήσαμε.
Μαζί τα φάγαμε
Πριν ακόμη πατήσουμε το πόδι μας στον ντόκο, ο Σπύρος είχε αρχίσει τα τηλεφωνήματα. Σε χρόνο μηδέν κανόνισε τσιμπούσι με λαυράκι στα κάρβουνα, ενώ τα άλλα δύο ήταν προγραμματισμένα για τον φούρνο της Τούλας με συνταγή που δεν θα παραμείνει πια μυστική γιατί θα σας την παραθέσουμε ευθύς αμέσως: Αφού καθαρίσουμε τα ψάρια από τα λέπια και τα σπάραχνα πολύ προσεκτικά και επιμελώς για να μη σπάσουν, τα ξεπλένουμε με θαλασσινό νερό που έχουμε φροντίσει να πάρουμε σε μπουκάλι μαζί μας – εάν και εφόσον η διαδικασία αυτή δεν έχει γίνει στη θάλασσα. Σε μικρή κατσαρόλα σοτάρουμε ένα μεγάλο κρεμμύδι ψιλοκομμένο με μισό φλιτζάνι του τσαγιού ελαιόλαδο, μέχρι να μαραθεί.
Προσθέτουμε τέσσερις μέτριες τομάτες ξεφλουδισμένες σε φέτες, αλάτι, πιπέρι, τριμμένο θυμάρι, μερικά φύλλα ολόκληρα δάφνης, ένα φλιτζάνι του τσαγιού λευκό κρασί και αφήνουμε να βράσουν για είκοσι λεπτά. Βάζουμε τα ψάρια σε ανάλογο ταψί, κόβουμε ένα λεμόνι σε λεπτές ροδέλες και τις τοποθετούμε πάνω τους. Ρίχνουμε τη σάλτσα στο ταψί και ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο για σαράντα λεπτά. Μετά βγάζουμε το φαγητό από τον φούρνο, ψιλοκόβουμε φρέσκο μαϊντανό και το πασπαλίζουμε.
Το φαγητό ήταν υπέροχο, ενώ το συνοδεύσαμε με κρασί Κουκουνάρας Πανταζόπουλου – που φυσικά δεν κυκλοφορεί στο εμπόριο. Μόνο στο κτήμα του σε δρύινα βαρέλια. Η γεύση του απερίγραπτη, ρωτήστε και τον Μπληζιώτη που το δοκίμασε…

Leave a comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *