Ο όρος drifting στην κοινή συνείδηση συχνά συνδέεται με το ψάρεμα για κόκκινους τόνους ή άλλα μικρότερα τονοειδή, με πετονιές και βαρύ εξοπλισμό σε σχέση με το μέσο μέγεθος των θηραμάτων. Κι όμως, υπάρχει και η «light» έκδοση της τεχνικής, που απευθύνεται σε μια μεγάλη ποικιλία ψαριών.

Πραγματικά, όλο και περισσότεροι είναι οι ψαράδες που, εφαρμόζοντας τις ίδιες αρχές που κάνουν αποτελεσματική την τεχνική του βαριού drifting, προσπαθούν με πολύ πιο ελαφρύ εξοπλισμό να ψαρέψουν αξιόλογους σκαλιστές και αρπακτικά, όπως συναγρίδες, σαργούς, ροφούς, σκαθάρια, φαγκριά, αλλά και πελαγίσια όπως κυνηγούς και κοπαδιάρικα μαγιάτικα.
Ας προσπαθήσουμε σε αυτό το άρθρο να κάνουμε ένα σύντομο review αυτής της τεχνικής, με εφαρμογή στο εποχικό ψάρεμα, που μπορεί να δώσει εξαιρετικά αποτελέσματα στα τέλη της άνοιξης, αλλά και το φθινόπωρο. Μιλάμε για το light drifting, που από κάποιους εφαρμόζεται μαζί με το βαρύ drifting, με το οποίο μοιράζεται τον ίδιο παρονομαστή: τη χρήση σαρδέλας, για μαλάγρωμα αλλά και για δόλωμα.

Πού και γιατί
Το drifting εκμεταλλεύεται την αρχή κατά την οποία τα ψάρια έχουν τη συνήθεια να συγκεντρώνονται σε συγκεκριμένες περιοχές για να αναζητήσουν ουσιαστικά τροφή. Αυτό συμβαίνει πιο εύκολα σε φυσικές ξέρες, αλλά και σε άλλα σημεία (κατασκευές) όπου η ισορροπία του βυθού έχει διαταραχθεί από κάποιο γεγονός που πυροδοτεί την τροφική αλυσίδα:
Εδώ, πρώτα φτάνουν μικροσκοπικοί οργανισμοί, αθερίνες και άλλα μικρόψαρα, μετά τα οστρακοειδή και τα κεφαλόποδα, ακολουθούν χορτοφάγα και σκαλιστές και τέλος τα αρπακτικά, που μπορούμε να τα διαιρέσουμε σε σχετικά μόνιμα και σε πελαγίσια. Αυτός ο μηχανισμός όπως είπαμε είναι κάτι φυσικό που το εκμεταλλευόμαστε για να εφαρμόσουμε με επιτυχία διάφορες τεχνικές ψαρέματος, στις οποίες όμως είναι βασικό να γνωρίζουμε τα καλά (spot) σημεία.
Light drifting... στη γραμμή του ρεύματοςΠαρόλα αυτά, μπαίνοντας και ο άνθρωπος σε αυτήν την τροφική αλυσίδα εδώ και αιώνες, κατάλαβε πώς να ενισχύει αυτόν τον μηχανισμό και να τον κάνει πιο αποτελεσματικό μέχρι σχεδόν να τον «αναπαράγει» τεχνητά. «Ωμά» παραδείγματα αυτής της τελευταίας θαρραλέας αναφοράς δίνονται από αυτό που οργανώνεται, ξεκινώντας από το μηδέν, γύρω από τις fish farms, ίσως φτιαγμένες σε αμμώδη βυθό όπου μέχρι πριν ένα χρόνο δεν πιάναμε τίποτα άλλο παρά μόνο καμιά δράκαινα. Με το πέρασμα των χρόνων αυτά τα σημεία γίνονται τόποι με μόνιμο πληθυσμό ψαριών του βυθού (φαγκριά, χριστόψαρα, συναγρίδες) και αποδημητικών πελαγίσιων ή ακόμη και μόνιμων, όπως τα μεγάλα μαγιάτικα και οι κόκκινοι τόνοι.
Σε αυτό το αποτέλεσμα συμβάλλει και η συνεισφορά του ανθρώπου, που με περιοδικότητα και συχνά σταθερά ωράρια, δίνει τροφή στα αιχμάλωτα ψάρια, τρέφοντας όχι μόνο τα «φυλακισμένα» αλλά και όλα όσα βρίσκονται τριγύρω, που «εκπαιδεύονται» ασυναίσθητα σε ωράρια και συνήθειες (η σύνδεση μίας συμπεριφοράς με το ερέθισμα τροφικού τύπου είναι στη βάση πολλών ηθολογικών μελετών και αποτελεί μέρος πολλών προγραμμάτων εκπαίδευσης ζώων).
Όποιος ψαρεύει κοντά σε αυτές τις κατασκευές μπορεί να σας επιβεβαιώσει ότι ακόμα και τα «ελεύθερα» ψάρια είναι πλέον συνηθισμένα στα ωράρια ταΐσματος και ότι το ζενίθ των τσιμπημάτων συμπίπτει συχνά με τα ωράρια που οι βάρκες-δεξαμενές διανέμουν την τροφή.
Ένα άλλο παράδειγμα μπορεί να προσφέρει η συνήθεια κάποιων ψαράδων τόνου, να τοποθετούν σημαδούρες ή άλλα σημάδια σε σημεία που θεωρούνται «κατάλληλα» και όπου πηγαίνουν ακόμη και εκτός περιόδου για να «αφήσουν» μια χούφτα ή ένα κασόνι σαρδέλες, ώστε να διατηρούν το σημείο «πάντα θερμό» για να μπορούν να ψαρέψουν μόλις ξεκινήσει η αλιευτική περίοδος, αφού τα ψάρια θα έχουν συνδυάσει εκείνο το σημείο με ένα είδος εύκολου «fast food».
Είναι ξεκάθαρο ότι υπάρχουν πολλές άλλες παραλλαγές και ότι η φύση και τα ψάρια συνηθίζουν μεν, όμως τίποτα στη θάλασσα δεν είναι δωρεάν και 100% σίγουρο…

Πώς και πότε
Μετά από την εισαγωγή που προηγήθηκε, αντιλαμβάνεστε ότι το να εκμεταλλευτούμε τη γραμμή του ρεύματος (drifting στα αγγλικά) είναι μια τεχνική που αν την εφαρμόσουμε με τις σωστές γνώσεις μπορεί να μας οδηγήσει στο να πιάσουμε όχι μόνο τόνους και σκουμπριά, αλλά πολλά είδη ψαριών, διαφορετικά, ανάλογα με το μέρος που θα επιλέξουμε.
Light drifting... στη γραμμή του ρεύματοςΨαρεύοντας σε ξέρες σχετικά έντονες μπορούμε χάρη στη γραμμή της μαλάγρας στο ρεύμα να καταφέρουμε να κάνουμε πολυάριθμα βενθονικά είδη να ανέβουν από το βυθό, αφού δεν συνηθίζουν μόνο αυτά που ανήκουν στην οικογένεια των σκομβροειδών να ακολουθούν τα αρωματικά ίχνη της μαλάγρας.
Τα πιο ενδιαφέροντα βάθη είναι από τα 20 ως τα 70 μέτρα, που τα εξερευνούμε πρώτα με το βυθόμετρο για να αποφασίσουμε μετά με βάση το ρεύμα, τον άνεμο και το αρόδο την ιδανική θέση για να ψαρέψουμε. Σε αυτό το είδος ψαρέματος, μία αγκυροβόληση λανθασμένη κατά μερικά μόνο μέτρα, μπορεί να αλλάξει πολύ τα αποτελέσματα της ημέρας. Πολύ σημαντικό επίσης είναι να καταλάβουμε τις μετεωρολογικές και κλιματικές συνθήκες που είναι ιδανικές για αυτό το είδος ψαρέματος, προτιμώντας σε γενικές γραμμές περισσότερο ένα ελαφρύ αεράκι από την πλήρη ηρεμία.
Από τη στιγμή που η δράση διεξάγεται σε μία περιοχή όπου σχεδόν πάντα θα ξέρουμε με σιγουριά ότι υπάρχουν ψάρια, δεν είναι απαραίτητο να δημιουργήσουμε κάποια γραμμή μαλάγρας πριν σταματήσουμε το σκάφος, όπως συμβαίνει στο drifting για τόνους. Εάν τα ψάρια αργούν να έρθουν, συμφέρει να μετακινηθούμε σε μια άλλη περιοχή, αλλάζοντας ίσως το βάθος.

Μόλις αγκυροβολήσουμε, κοντά σε ξέρες και βραχώδεις ανηφοριές, πρέπει να ξεκινήσουμε με συνέπεια την κύρια δραστηριότητα αυτής της τεχνικής ψαρέματος, δηλαδή το μαλάγρωμα. Αυτό γίνεται όπως ήδη αναφέρθηκε νωρίτερα με το βασικό δόλωμα, τη σαρδέλα, είτε φρέσκια είτε κατεψυγμένη (πάνω σε αυτό το θέμα υπάρχουν διάφορες θεωρίες για το ποιο είναι προτιμότερο, αν και θεωρητικά η φρέσκια σαρδέλα αναδίδει έλαια και πτητικές ουσίες σε μεγαλύτερη ποσότητα από την κατεψυγμένη), που την κόβουμε σε πολύ λεπτά κομμάτια με τη βοήθεια ψαλιδιού.
Πρέπει να πετάμε σαρδέλες στη θάλασσα συνεχώς, έτσι ώστε να δημιουργηθεί μια συνεχόμενη γραμμή μαλάγρας που, από τη βάρκα μας, ακολουθώντας το ρεύμα, πρέπει να κατεβαίνει αργά προς το βυθό. Για να κάνουμε ακόμα πιο ορατή τη γραμμή της μαλάγρας, μπορούμε να προσθέσουμε αλεύρι ή σκληρό ψωμί, που έχουμε αφήσει να μαλακώσει σε θαλασσινό νερό και έχουμε σπάσει στη συνέχεια σε όσο το δυνατόν μικρότερα κομμάτια με τα χέρια μας. Τέλος, μπορεί να βοηθήσουν οι ειδικοί μαλαγρωτές από ατσάλι (με λάμες), που μπορούμε να τους κάνουμε να κατέβουν μέχρι το βυθό, ίσως στην αρχή του ψαρέματος, προσφέροντας αρχικά ένα είδος «ορεκτικού» στο βυθό, δίνοντας στη συνέχεια… ραντεβού λίγο πιο πάνω, προσκαλώντας τα ψάρια που μας ενδιαφέρουν.

Με τι εξοπλισμό
Ο εξοπλισμός που θα χρησιμοποιήσουμε πρέπει να μας επιτρέπει να κάνουμε την πετονιά μας να κατεβαίνει με όσο πιο φυσικό τρόπο γίνεται, μιμούμενη όσο το δυνατόν περισσότερο την πορεία της μαλάγρας. Το να βρούμε τρόπο να λεπτύνουμε το νήμα που θα χρησιμοποιήσουμε για μάνα, και ίσως το να αυξήσουμε τη σκληρότητά του, θα μας επιτρέψει να μειώσουμε την ποσότητα του νήματος που βγαίνει (μιας και λόγω χαμηλότερης διαμέτρου θα παρουσιάζει μικρότερη αντίσταση), πετυχαίνοντας συνεπώς καλύτερη, πιο άμεση επαφή με το δόλωμα που ψαρεύει.
Light drifting... στη γραμμή του ρεύματοςΗ αρματωσιά είναι πολύ απλή στην κατασκευή, και γενικά μπορούμε να ψαρεύουμε με ελεύθερη την πετονιά ή με ένα μικρό μολύβι. Στην πρώτη περίπτωση δένουμε στη μάνα ένα στριφτάρι με ή χωρίς παραμάνα και σε αυτήν συνδέουμε ένα παράμαλλο με μήκος περίπου 1,5 ή δύο μέτρα που σε γενικές γραμμές πρέπει να είναι από 0,35 και κάτω (ανάλογα με τα πιθανά θηράματα, το ρεύμα, τη διαύγεια του νερού), αν είναι δυνατόν από fluorocarbon.
Σε περίπτωση που θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε μολύβι (από 0,5 ως 10 γραμμάρια, ανάλογα με το ρεύμα), πρέπει να εισάγουμε ένα μικρό περαστό μολύβι απευθείας στη μάνα, πάνω από το στριφτάρι. Το μέγεθος των αγκιστριών επιλέγεται με βάση το μέγεθος και το είδος των θηραμάτων, σε κάθε περίπτωση ανάμεσα στα μεγέθη από 2/0 ως 2.
Όσον αφορά το δόλωμα, η σαρδέλα είναι στην πρώτη θέση των επιλογών μας. Κάποιοι χρησιμοποιούν κομμάτια, άλλοι προτιμούν να χρησιμοποιούν φιλέτα που δένονται με ελαστικό νήμα για να αντέχουν λίγο περισσότερο. Εναλλακτική επιλογή, πάντα αξιόπιστη, είναι το καλαμάρι σε λωρίδες, ενώ όταν το ψάρι είναι κάτω από τη βάρκα μπορούμε να δοκιμάσουμε και κάτι διαφορετικό, όπως kabura ή άλλες τεχνητές «διαβολιές», σε περίπτωση που οι φίλοι μας θέλουν να ροκανίσουν κάτι πιο συμπαγές.

Μόλις ρίξουμε την πετονιά μας στο νερό, με τη γέφυρα ανοιχτή περιμένουμε το δολωμένο μας αγκίστρι να αρχίσει το αργό του κατέβασμα προς το βυθό μέχρι να συναντηθεί με το ψάρι. Μπορεί να είναι δύσκολο να αντιληφθούμε το τσίμπημα αν το ρεύμα και οι μετεωρολογικές και θαλάσσιες συνθήκες δεν είναι ιδανικές. Σε κάθε περίπτωση, αν έχουμε δουλέψει σωστά (συνεχίζοντας να μαλαγρώνουμε με τον ίδιο τρόπο), αυτό που μπορεί να συμβεί είναι το ψάρι να ανεβαίνει όλο και περισσότερο στη γραμμή της μαλάγρας, να το πιάσει μανία λόγω του φαινομένου του διατροφικού ανταγωνισμού, και να μας κάνει τη δουλειά λιγότερο δύσκολη, κινώντας μάλιστα και το ενδιαφέρον κάποιου big που περνάει από την περιοχή.

Το δόλωμα-βασιλιάς!
Η σαρδέλα (Sardina pilchardus) είναι ένα γαλάζιο ψάρι που ανήκει στην οικογένεια των Κλοπεειδών και είναι κοινό κατά μήκος των ακτών της Μεσογείου και του ανατολικού Ατλαντικού. Έχει μικρές διαστάσεις, To δόλωμα βασιλιάςεπίμηκες σώμα καλυμμένο με χοντρά λέπια, γαλάζιο χρώμα στη ράχη και ασημί στα πλευρά. Η κάτω σιαγόνα της είναι ελαφρώς πιο προεξέχουσα από την πάνω και το μέσο μέγεθός της φτάνει σε μήκος τα 10-20 εκ. Η σαρδέλα εναποθέτει αυγά στην Μεσόγειο καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, και κάθε θηλυκό παράγει 50-80.000 αυγά, ενώ σε άλλες θάλασσες, με πιο κρύα νερά, η εναπόθεση γίνεται μόνο τους εαρινούς και θερινούς μήνες. Τρέφεται συνήθως με πλαγκτόν, μικρά μαλάκια και αυγά άλλων ψαριών.
Η σαρδέλα δεν ενδιαφέρει το ερασιτεχνικό ψάρεμα, χρησιμοποιείται όμως από τον ψαρά ως δόλωμα, μάλιστα μεταξύ όλων των φυσικών δολωμάτων θεωρείται το δόλωμα-βασιλιάς, και λόγω της ευρείας χρήσης της και εξαιτίας της ευκολίας να την προμηθευτούμε, αλλά και του μικρού της κόστους.
Η επιτυχία της ως δόλωμα γεννιέται από τη μυρωδιά της και το λιπαρό της κρέας που προσελκύει οποιοδήποτε θήραμα, από το γοβιό ως τον γιγάντιο τόνο. Γι’ αυτό, χρησιμοποιείται ευρέως και στην προετοιμασία της μαλάγρας, είτε φρέσκια είτε σε μείγματα προς συντήρηση. Τη σαρδέλα μπορούμε να τη συντηρήσουμε με διάφορους τρόπους, είτε αν την καταψύξουμε είτε αν τη βάλουμε σε αλάτι ή σε λάδι.
Η σαρδέλα ως δόλωμα χρησιμοποιείται ουσιαστικά σε όλες τις τεχνικές της θάλασσας που απαιτούν φυσικό δόλωμα, ενώ για κάποιες από αυτές είναι η μοναδική επιλογή: όπως στο drifting για τόνους και για ξιφίες, στο ελαφρύ drifting ή σε ειδικές τεχνικές ψαρέματος στο βυθό για σαργούς. Η σαρδέλα χρησιμοποιείται πολύ και στο ψάρεμα για κέφαλους, δολωμένη σε μικρά κομμάτια, αλλά και στην καθετή, στα μεσόνερα και στα βαθιά, δολωμένη με διάφορους τρόπους, ολόκληρη και σε κομμάτια.

thalassamedia

Leave a comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *