Μπορούμε άνετα να πούμε ότι αν δεν υπήρχε η οικογένεια των σπαριδών πιθανόν η θάλασσα δεν θα είχε τους χιλιάδες παθιασμένους ψαράδες που συχνάζουν στις παραλίες και στις βραχώδεις ακτές της. Και σε αυτήν την οικογένεια είναι κυρίως στραμμένη και η τεχνική του light drifting.


Τα ψάρια αλιευτικού ενδιαφέροντος που εντάσσονται στην οικογένεια των σπαριδών είναι τόσο πολλά που είναι πραγματικά αδύνατο να τα συμπεριλάβουμε όλα στα πιθανά θηράματα που μπορούμε να ψαρέψουμε με μια συγκεκριμένη τεχνική ψαρέματος.
Το light drifting όμως, με κατάλληλες και ουσιαστικές παραλλαγές, επιτρέπει να έχουμε πολύ καλές ψαριές με όλα τα σπαριδή του βυθού, από τον σαργό μέχρι το σκαθάρι, από την τσιπούρα μέχρι τη συναγρίδα. Αυτή η τεχνική, που εξασκείται πάρα πολύ κατά μήκος των ακτών μας, παραδόξως περνάει απαρατήρητη σε περιοδικά ή ψαρευτικά βίντεο, πιθανόν επειδή ο βασικός παράγοντας για να την εξασκήσουμε με επιτυχία είναι το σκαθάριμαλάγρωμα, που τα μυστικά του κανείς δεν είναι διατεθειμένος να αποκαλύψει με ελαφριά την καρδιά. Για μένα αυτό είναι μεγάλο κρίμα, γιατί με light drifting είναι δυνατό να περάσουμε ημέρες ψαρέματος πραγματικά αξέχαστες, κυρίως λόγω των εκπλήξεων που εγγυάται, αφού αυτή η μέθοδος ψαρέματος είναι αποτελεσματική με όλα τα ψάρια που τρέφονται στο βυθό, εκτός ίσως από τη σάλπα, που ως γνωστόν είναι ένα ψάρι χορτοφάγο.
Ένα άλλο παράξενο γεγονός είναι η τεράστια ποικιλία του εξοπλισμού που χρησιμοποιούμε για να ψαρέψουμε με light drifting. Ξεκινάμε από τα κλασικά καλάμια για καθετή, για να φτάσουμε μέχρι τα καλάμια για την τεχνική του bolognese από την ακτή -είτε για ποτάμι είτε για θάλασσα-, περνώντας από εργαλεία που προορίζονται για τελείως διαφορετικές τεχνικές ψαρέματος. Εξάλλου, μόνο λίγες εταιρείες έχουν κατάλογο με ειδικά εργαλεία για light drifting, ίσως επειδή διστάζουν ακριβώς από αυτήν την τεράστια γκάμα εξοπλισμού από άλλες τεχνικές που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, αλλά πιθανότατα και επειδή αυτή είναι μια γενική τεχνική, κατάλληλη περισσότερο για να κάνουμε μεγάλες ψαριές παρά επιλεκτικά ψαρέματα.

Τα εργαλεία μαλαγρώματος
Με ταπεινότητα λέω αμέσως ότι δεν έχω ούτε κατά διάνοια τις ικανότητες κάποιων Ιταλών ψαράδων, που δρέπουν επιτυχίες σε όλους τους διαγωνισμούς, ακόμη και σε παγκόσμιο επίπεδο. Παρόλα αυτά, αντί να πούμε τι πρέπει να κάνουμε και πώς να το κάνουμε, θα εστιάσουμε την προσοχή μας σε εκείνα τα εργαλεία που είναι απαραίτητα για να την εξασκήσουμε, που όλα έχουν γεννηθεί από την ιδιοφυή σκέψη του Giovanni Spinelli, του δημιουργού του πασίγνωστου μαλαγρωτή Sardamatic – και όχι μόνο όπως θα δούμε. Ο Giovanni πράγματι σκέφτηκε σωστά ότι η μαλάγρα δεν πρέπει να αφήνεται από την επιφάνεια, αλλά, αντίθετα, για να κάνει τα δολώματα να ψαρεύουν πιο γρήγορα, πρέπει απαραίτητα να μαλαγρώνει στο βυθό.
Μαλαγρωτής με λάμεςΓια να επιτύχουμε αυτόν το σκοπό μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε δύο είδη μαλαγρωτών, εκείνον με τις λεπίδες ή εκείνον με καπάκι. Ο πρώτος αποτελείται ουσιαστικά από ένα καλαθάκι από ανοξείδωτο ατσάλι που, στο εσωτερικό του, είναι ελεύθερο να τρέχει ένα έμβολο που φέρει μια σειρά από λάμες. Μόλις τον γεμίσουμε με ολόκληρες σαρδέλες και κομμάτια από ξερό ψωμί και τον φέρουμε κοντά στο βυθό με ένα σκοινί, η κίνηση των ρευμάτων θα κάνει το έμβολο να πηγαίνει πάνω κάτω και χάρη στις λάμες θα λιώσει τις σαρδέλες που βρίσκονται στο εσωτερικό του. Είναι ένας μαλαγρωτής εξαιρετικά αποτελεσματικός σε βάθη γύρω στα 50 μέτρα, ενώ σε ρηχά νερά γίνεται ακόμη και αντιπαραγωγικός, λόγω του θορύβου που προκαλεί, που μπορεί να τρομάξει τα πονηρά ψάρια όπως τις τσιπούρες και τους σαργούς. Επίσης, αυτές οι συσκευές είναι πραγματικά χρήσιμες όταν αυξάνεται το βάθος, αφού είναι πολύ πιο περίπλοκο, αν όχι αδύνατο, να πείσουμε τα αρπακτικά του βυθού να ξεκολλήσουν από αυτόν για να τραφούν με τη μαλάγρα, λόγω του θερμοκλινούς – ενός φυσικού ορίου για όλα τα ψάρια του βυθού.
Ο μαλαγρωτής με καπάκι, με τη σειρά του, επιτρέπει να μαλαγρώνουμε ακριβώς κάτω από το σκάφος, επιλέγοντας οι ίδιοι το μέγεθος των κομματιών της σαρδέλας, μιας και μπορούμε να τοποθετήσουμε στο εσωτερικό του από πολύ μικρά κομμάτια μέχρι και ολόκληρες σαρδέλες. Λόγω του ότι είναι αθόρυβος μπορούμε να τον χρησιμοποιήσουμε και στη θέση του πρώτου, αν και η περιορισμένη χωρητικότητά του, αλλά και ο τρόπος που δουλεύει, μας αναγκάζουν να τον ανεβάζουμε συχνά στο σκάφος για να τον γεμίζουμε.
Είναι ανώφελο να πούμε ότι οι μαλαγρωτές βυθού πρέπει να χρησιμοποιούνται σε συγκεκριμένες συνθήκες ρεύματος. Πρέπει να τους αποφεύγουμε στις περιοχές με δυνατά υποθαλάσσια ρεύματα, ενώ είναι άχρηστοι όταν δεν υπάρχει καθόλου ρεύμα.
Σε αυτήν την περίπτωση, χρησιμοποιούμε άλλο τύπο μαλαγρωτών: τους μαλαγρωτές αφρού.

Μαλαγρωτές αφρού
Οι μαλαγρωτές αυτοί χρησιμοποιούνται ουσιαστικά από όλους μαλαγρωτής επιφανείαςτους οπαδούς του drifting για τόνους και του ελαφριού drifting για παλαμίδες και άλλα τονοειδή, μπορούν όμως να βρουν κάποια εφαρμογή και για τα ψαρέματα σε βάθος, κυρίως όταν το ρεύμα είναι σχεδόν ανύπαρκτο. Παίρνουμε ως δεδομένο ότι το ψάρεμα γίνεται με το σκάφος αγκυροβολημένο, επειδή τα σκαθάρια δεν σταθμεύουν αδιάκριτα κοντά σε μια ξέρα, αλλά συγκεντρώνονται σε συγκεκριμένα σημεία, δηλαδή κατά μήκος των φρυδιών, όπου κυνηγούν και πέφτουν θύματα πολύ σημαντικότερων αρπακτικών, όπως είναι τα μεγάλα μαγιάτικα ή οι τεράστιες συναγρίδες. Εξαιτίας αυτού του φαινομένου, όταν έχουμε απουσία ρεύματος δεν μπορούμε να βασιστούμε στην όποια κίνηση του σκάφους, που αντίθετα είναι συχνά χρήσιμη στο ψάρεμα του τόνου. Με βάση τις συνθήκες του ρεύματος, μπορούμε να εκμεταλλευτούμε στο μέγιστο το μαλάγρωμα οδηγώντας το στις μέγιστες αποστάσεις, απλά μειώνοντας το μέγεθος των κομματιών της σαρδέλας. Πράγματι είναι λογικό να σκεφτούμε ότι όσο πιο ψιλοκομμένη είναι η μαλάγρα τόσο περισσότερο θα παραμείνει αιωρούμενη διευρύνοντας έτσι κατά πολύ την περιοχή που ενδιαφέρει το δόλωμά μας.

Ο εξοπλισμός
Έχοντας την ευκαιρία να ψαρέψω σε περιοχές όπου είναι σχετικά εύκολο να συναντήσουμε ακόμη και συναγρίδες μεγέθους XL, απέκλεισα εξαρχής τα κλασικά καλάμια για καθετή, εκείνα που έχουν πολύ σκληρό στέλεχος και πολύ ευαίσθητη κορυφή από υαλονήματα (fiberglass). Αυτά τα καλάμια δεν έχουν τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουν τα φευγιά των ψαριών με τη δράση του στελέχους και όλη η πίεση συγκεντρώνεται στην κορυφή, που είναι μελετημένη περισσότερο για να δείχνει τα τσιμπήματα παρά για να διευκολύνει τον ψαρά στην πάλη με το ψάρι. Η προσοχή μου στράφηκε λοιπόν σε μοντέλα καλαμιών για spinning από 2,70 ως 3,30 μέτρα με παραβολικό σώμα. Σε συνδυασμό με αυτά τα καλάμια, επέλεξα ως μηχανισμούς Baitrunner D της Shimano, που γεννήθηκαν ειδικά για αλμυρό νερό, στα μεγέθη από 4000 ως 8000, γεμίζοντας την μπομπίνα με νάιλον με διάμετρο από 0,30 ως 0,40 χιλ.
μαλαγρα για σπαριδήΤο σύστημα Baitrunner (όπως εξηγείται στο σχετικό ένθετο) είναι μια αναντικατάστατη λειτουργία, όταν έχουμε να κάνουμε με πολύ καχύποπτα ψάρια ή όταν χρησιμοποιούμε ζωντανό δόλωμα. Το μοντέλο D παρουσιάζει εξαιρετικά χρήσιμα χαρακτηριστικά για όποιον ψαρεύει από το σκάφος: η βαθιά ανοδίωσή του επιτρέπει να αντέχει καλύτερα στη διάβρωση από την αλμύρα, το φρένο έχει μέγιστες τιμές που μας εγγυώνται σημαντικά αποθέματα δύναμης, σε περίπτωση μάχης με ανέλπιστα ψάρια, και τέλος το μεγαλύτερο μέγεθος είναι εξοπλισμένο και με εργονομική λαβή, που είναι πολύ χρήσιμη στα μαζέματα.

Το σύστημα Baitrunner
Απελευθερωτής δολώματοςΜια ελεύθερη απόδοση της λέξης μάς επιτρέπει να καταλάβουμε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί αυτός ο μηχανισμός (baitrunner=απελευθερωτής δολώματος), ένα σύστημα που κατοχύρωσε πρώτη η Shimano. Tο δόλωμα μπορεί να κινείται ελεύθερα, συγκρατούμενο συγχρόνως από ένα σύστημα που δεν επιτρέπει τη δημιουργία μπερδεμάτων, απαλλάσσοντας την μπομπίνα από την επέμβαση του φρένου.
Ο μηχανισμός, στην πίσω πλευρά, έχει ένα μοχλό απεμπλοκής. Όταν τον τραβάμε προς τα πίσω η μπομπίνα είναι ελεύθερη να δώσει πετονιά και η ευαισθησία του φρένου μπορεί να ελεγχθεί και να αυξηθεί περιστρέφοντας στη φορά του ρολογιού μία μικρή χειρολαβή κάτω από τον ίδιο το μοχλό. Ένα καχύποπτο ψάρι, όπως η τσιπούρα ή το γοφάρι, συχνά «φτύνει» το δόλωμα όταν αισθάνεται το παραμικρό τράβηγμα. Με το σύστημα Baitrunner μπορεί να πάρει πετονιά από το μηχανισμό χωρίς να καταλάβει την παραμικρή αντίσταση. Μόλις σιγουρευτούμε ότι έχει τσιμπήσει καλά, φτάνει να γυρίσουμε τη χειρολαβή μισό γύρο για να επαναφέρουμε τη ρύθμιση του φρένου όπως την είχαμε ορίσει προηγουμένως σε σχέση με την πετονιά που χρησιμοποιούμε.

Παράμαλλα και δολώματα
Παραδόξως το καλύτερο δόλωμα δεν είναι η σαρδέλα, που αντίθετα χρησιμοποιείται σε αφθονία υπό μορφή μαλάγρας. Πολύ συχνά ψαρεύω με μεικτά δολώματα, αλλά εξίσου συχνά αυτό που αποδεικνύεται αποτελεσματικότερο είναι η λωρίδα από καλαμάρι. Εξάλλου, πώς να δώσουμε άδικο σε ένα ψάρι που προτιμά ένα κομμάτι από αυτό το νοστιμότατο κεφαλόποδο παρά ένα φιλέτο σαρδέλας; Κι εμείς πιθανότατα θα κάναμε το ίδιο…
Το καλαμάρι φυσικά πρέπει να το γδάρουμε και να χτυπήσουμε το μανδύα, για να έχει μεγαλύτερη ελαστικότητα, στην οποία φαίνεται ότι τα σκαθάρια και τα φαγγριά δεν μπορούν να αντισταθούν. Αλλά το καλαμάρι είναι και ένα πολύ ορατό δόλωμα, που ίσως κάνει μεγαλύτερη αντίθεση με το βραχώδη βυθό των ξερών. Στα αρνητικά του πρέπει φαγκρινα αναφέρουμε πως έχει λιγότερο έντονο άρωμα σε σύγκριση με άλλα δολώματα, γεγονός όμως που αντισταθμίζεται από τη συνδυασμένη δράση της μαλάγρας.
Το ψάρεμα γίνεται σύμφωνα με δύο βασικούς τρόπους: με μεγάλο φελλό και το δόλωμα σηκωμένο από το βυθό ή στο ρεύμα με ελαφριά μολύβια. Αυτά τα τελευταία εκτός των άλλων ταιριάζουν πολύ καλά με τη χρήση ζωντανού δολώματος, που συχνά θα δεχτεί επιθέσεις από συναγρίδες ή μαγιάτικα που έλκονται στην περιοχή από τη μυρωδιά της μαλάγρας.
Στο ψάρεμα με φελλό, που επιτρέπει να απομακρύνουμε αρκετά τις πετονιές από το σκάφος, αυτός θα είναι περαστός και ικανός να συγκρατήσει ακόμη και μολύβια 80 γραμμαρίων, ανάλογα με το ρεύμα. Το παράμαλλο, από fluorocarbon με διάμετρο 0,25, θα έχει μήκος 2,5 μέτρα τουλάχιστον, και το ψάρεμα, εξαιρετικά στατικό, μπορεί να πραγματοποιηθεί ακόμη και 10 μέτρα από το βυθό.
Το ψάρεμα στο ρεύμα, που μπορεί να είναι ιδιαίτερα συναρπαστικό, γίνεται εισάγοντας στη μάνα δύο από εκείνες τις υποδοχές με τις οποίες είναι εφοδιασμένα τα ανταλλάξιμα μολύβια. Μια μεγάλη ευκολία που μας επιτρέπει να τροποποιούμε τον ερματισμό της αρματωσιάς ανάλογα με την ένταση του ρεύματος χωρίς να πρέπει να κόβουμε την πετονιά και να ξαναφτιάχνουμε τους κόμπους. Και εδώ το παράμαλλο πρέπει να είναι σχετικά μακρύ, πάνω από 2 μέτρα για να προσδίδει φυσικότητα στο δόλωμα, που έτσι θα το παρουσιάσουμε με τον καλύτερο τρόπο. Λογικά αυτό το ψάρεμα μπορεί να γίνει σε βυθούς όχι κάτω από 20 μέτρα, αφού βαθύτερα θα γίνει δύσκολο να φέρουμε το δόλωμά μας κοντά στο βυθό.

thalassamedia

Leave a comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *