ΕΝΑ ΑΞΕΧΑΣΤΟ ΨΑΡΕΜΑ – Κυνηγός-ναυαγός…

ΕΝΑ ΑΞΕΧΑΣΤΟ ΨΑΡΕΜΑ – Κυνηγός-ναυαγός…

Ηταν μια όμορφα ζεστή Κυριακή, στις αρχές ενός πολλά υποσχόμενου καλοκαιριού, του παλιού καλού καιρού. Μια νέα εποχή είχε για τα καλά μπει στη ζωή μας όπου το κινητό τηλέφωνο έδινε αίγλη, κύρος και ενίοτε τους πρώτους μπελάδες στη ζωή μας. Οι τράπεζες μοίραζαν δάνεια, οι εργολάβοι μεζονέτες και οι πολιτικοί όνειρα…

Μεσημεριάτικα, μαζεύτηκε η παρέα στο στέκι του Αργύρη, στην όμορφη Χανιώτη, στη Χαλκιδική. Θα μέναμε ακόμη μία μέρα, η Δευτέρα ήταν του Αγίου Πνεύματος, αργία, απ’ αυτές που χορταίναμε, απ’ αυτές που περιμέναμε πώς και πώς να έλθουν.

Ο ήλιος ήταν ακόμη ψηλά, όταν αρχίσαμε να ανεβάζουμε τις τσέρουλες. Τσαντισμένος ο καπετάνιος, αλλάζει ρότα και πάμε πιο μέσα

Ο ήλιος ήταν ακόμη ψηλά, όταν αρχίσαμε να ανεβάζουμε τις τσέρουλες. Τσαντισμένος ο καπετάνιος, αλλάζει ρότα και πάμε πιο μέσα

«Ετοιμοι όλοι», μας λέει ο Αργύρης, με το ύφος του καπετάνιου? Ο Αργύρης, ένας πενηντάρης γεροδεμένος Πόντιος, σαν αυτούς που για χρόνια βλέπαμε να σηκώνουν βάρη και να παλεύουν στις Ολυμπιάδες. Ο Νικόλας, εγώ και ένας Γερμανός νταλικέρης, που πεισματικά κάθε καλοκαίρι μετρούσε τους κόκκους της άμμου, τις ατέλειωτες τσέρουλες και τα μικρόψαρα της Κασσάνδρας.

Είχανε κάνει με τον Αργύρη χρόνια μαζί στις φάμπρικες της Γερμανίας, και το ‘χαν συνήθειο να περνάνε μαζί τα καλοκαίρια, όταν πια και οι δυο καζάντισαν λεφτά και χρόνια στην πλάτη. Ο Αργύρης, ξενοδόχος πια και ο… Μπεκενμπάουερ ιδιοκτήτης μεταφορικής εταιρείας μετρούσαν μαζί τα κύματα, τα αστέρια και τα τσιμπήματα των ψαριών στην καθετή. Και άμα καμιά φορά έπεφταν σε τίποτα καλαμόγοπες ή στα καλύτερά τους έβγαζαν κανένα μεγάλο λυθρίνι, τα περιέφεραν με δέκα γύρους σαλίγκαρου, από τη σκάλα μέχρι το ξενοδοχείου, να δούνε όλοι τη σοδειά. Και τα λυθρίνια γλίτωναν την ιστορική τους απεικόνιση, γιατί τότε, στα πρώτα κινητά, δεν υπήρχε κάμερα και για φωτό ούτε λόγος. Αυτήν τη φορά, όμως, κιότεψε ο Γερμανός, μόλις είδε την κοιλιά του Νικόλα να προηγείται εμφανώς από το λοιπό κορμί του. «Νάιν» κάνει και συνεχίζει να ρουφάει την μπίρα του στην πισίνα. Και εκείνο το νάιν τον κράτησε ακόμη για είκοσι τόσα καλοκαίρια, να κάθεται ακόμη στην πισίνα και να σηκώνει το ποτήρι του με πάθος. Και τι ποτήρι ρε, με δέκα τέτοια, άδειαζες την πισίνα, που λέει ο λόγος.

Την ψαχουλεύτηκε ο Φρίτσης ότι 4 νοματαίοι XXL και βάλε, με τέτοιο βαρκάκι, δεν θα τη βγάλουν την καλάδα κι ας έχει μπουνάτσα. Οπότε, μια και δυο, φορτώνουμε οι τρεις μας τα «σέα μας τα μέα μας». Δολώματα, πετονιές, νερά, ψωμοτύρια, καφέδες. Ολα άψογα, κάνω και μια στο ντουλαπάκι, και εκεί, μια χαρά τα προβλεπόμενα. Να οι φωτοβολίδες, να το ραδιόφωνο, να ο φακός.. Σπρώχνουμε τα βαρκάκι στον γιαλό, απομεσήμερο ήταν. Τα μέρη γνωστά από κούνια, ειδικά στον Νικόλα, που γεννήθηκε απέναντι στη Νικήτη.

Κυνηγός-ναυαγός...

Στο κυνήγι πατάς…
Tέσσερα μέτρα βάρκα, δεκάρα μηχανή, άντε για το ενάμισι μίλι που λογαριάζαμε, μια χαρά ήταν. Αν μάλιστα είχε ψάρια, θα καθόμασταν μέχρι το πρωί μέσα, μια και ήταν αργία?

Ο ήλιος ήταν ακόμη ψηλά, όταν αρχίσαμε να ανεβάζουμε τις τσέρουλες. Τσαντισμένος ο καπετάνιος, αλλάζει ρότα και πάμε πιο μέσα, κάπου στις 50-60 οργιές, χωρίς άγκυρα, αμολάμε από μια καθετή με τέσσερα αγκίστρια, και αρχίζει το πανηγύρι με τις γόπες. Κλατς, παίρνεις το πρώτο τσίμπημα και μετά ακολουθούν τα άλλα. Περιμένεις κι αφού φορτώσεις ανεβάζεις άνετος και τροπαιούχος την αρμαθιά. Και άμα μείνει ξενοίκιαστο κάνα αγκίστρι, θα το προλάβει πιο πάνω το σκουμπρί ή το σαφρίδι, έτσι που παίζει η βάρκα στα χάδια της θάλασσας.

Ηταν ένα τεράστιο, μακρύ φουσκωτό με καρίνα, από αυτά που βλέπει κανείς στα happy end του σινεμά.

Ηταν ένα τεράστιο, μακρύ φουσκωτό με καρίνα, από αυτά που βλέπει κανείς στα happy end του σινεμά.

Καλαμπούρι, κουτσομπολιό και όνειρα για τη στιγμή που θα πετάξουμε την ψαριά στα πόδια του Φρίτση. Πιστεύω ότι εδώ υπερτερεί το ψάρεμα από το κυνήγι, γιατί είσαι δίπλα, μιλάς και κυρίως, οι συγκινήσεις έρχονται απανωτά και ασταμάτητα. Και κάτι άλλο. Δεν είσαι σχεδόν ποτέ σίγουρος τι ανεβάζεις πάνω. Εντάξει, μιλάμε για άλλες εποχές, ε? Από την άλλη όμως, στο κυνήγι πατάς εκεί όπου γεννήθηκες, πατάς στο δικό σου γήπεδο, ενώ στο ψάρεμα μονίμως παίζεις εκτός έδρας. Οσο ήταν φως, να τα θαλάσσια σκι, να οι μπανάνες – εκείνα τα φουσκωτά που μάζευαν στο καβαλητό κόσμο όμορφο, που τα έδεναν στα ταχύπλοα. Πανηγύρι καλό, αν και δεν μας πλησίαζαν πολύ. Τσιμπήματα αβέρτα, γέμισε ένας κουβάς ψάρια.

«Ρε, άμα σε πάει το άτιμο», λέει ο Αργύρης? Αρχισε να σουρουπώνει, με τον ήλιο κόντρα τόσες ώρες, έσκυψα και τον πήρα για λίγο στην πλώρη. Εγώ ψάρευα μπροστά, στη μέση ο Νικόλας και πίσω στην μηχανή ο Πόντιος, ο καπετάνιος. Κλείνοντας τα μάτια μου, τους άκουγα που μάλωναν χαζά για ένα λυθρίνι που χάθηκε στο ανέβασμα.

Νύχτωσε πια. Μπουνάτσα, θάλασσα λάδι. Αφέγγαρη νύχτα. Σαν να ήμασταν αλλού, μακρινά. Ολα ήσυχα, ακούγονταν μόνο τα βαρίδια την ώρα που βουτούσαν στα νερά. Σταμάτησαν να μιλάνε. Η ησυχία με έκανε να ξυπνήσω ολότελα.

Ξαφνικά, σηκώνεται ο Νίκος από τη σανίδα του, σηκώνεται όρθιος, 150 κιλά γίγαντας, και λέει «Ρε, κρύωσε ο κώλος μου», αυτό ήταν. Σκύβει να πιάσει το σορτσάκι από πίσω, τη στιγμή που ο καπετάνιος σκύβει στην ίδια μεριά, να βγάλει ένα ψάρι που ανέβαζε. Αυτό ήταν. Διακόσια πενήντα κιλά και βάλε, έγειραν τη βάρκα δεξιά. Ακούστηκε ένα εεεεεεεεε κι από τους δύο, και αυτόματα πάτησαν αριστερά. Επειδή όμως η φύση ζαλίζεται μ’ αυτό το δεξιά-αριστερά, το εεεεεε έγινε ωωωωωω και μπλουμ αναποδογύρισε η βάρκα.. Τα είχαμε όλα, εκτός από μυαλό? Εφυγα τελευταίος στο νερό, γλιστρώντας στα πλάγια, μαλακά. Τη στιγμή που βουτούσα, χτυπούσε το κινητό στη μοναδική τσέπη της βερμούδας?

Βλέπαμε φώτα…
Η βάρκα δεν βούλιαξε, απλά βούτηξε στο νερό ανάποδα, με τον κρίκο της πλώρης να μας κοιτάει αμήχανα, στο λιγοστό στερνό φως. Και τώρα τι? Μαζευτήκαμε γύρω από τη βάρκα. Ενα, και ίσως κάτι ακόμα, μίλι μάς χώριζε από την ακτή. Βλέπαμε τα φώτα άνετα, αλλά αυτά δεν μας έβλεπαν. Μία από τις δύο σαγιονάρες μου ήλθε και με χάιδεψε στα μουστάκια. Ενα λυθρίνι, από τον κουβά που δεν φαίνονταν πουθενά, περνούσε ήρεμα και θριαμβευτικά ανάμεσά μας. Αυτουνού η αγωνία είχε τελειώσει πριν από ώρα και τώρα πέρναγε ανάμεσά μας, επιθεωρώντας τη δική μας αγωνία κι ας μην την καταλάβαινε πια.

«Ας μιλάμε συνέχεια, προσέξτε μη φεύγετε μακριά, είπε ο καπετάνιος. Θα μας βρούνε σίγουρα, θα μας ψάξουν».

Δεν μας άκουγαν
Εξήντα οργιές από κάτω, μας σήκωναν όμορφα με μια-δυο κινήσεις των χεριών. Ο Νικόλας είχε γεννηθεί στη θάλασσα, δεν τον ένοιαζε τίποτα, εκτός ίσως από το τσίπουρο που θα έχανε απόψε. Ο Πόντιος σκεφτόταν το ρεζιλίκι, όταν το μάθαιναν οι άλλοι ξενοδόχοι, και εγώ, άσε, ήμουν σίγουρος ότι θα περάσει κάποιος, αλλά πότε?

Μπουνάτσα, ήρεμα όλα. Θα ήταν γύρω στις δέκα όταν πέσαμε. Περνούσαν μακριά μας, όμως, κάτι ψαρόβαρκες, με εκείνο τον χαρακτηριστικό θόρυβο της παλιάς πετρελαιομηχανής. Φώναζα, όσο μπορούσα, αλλά τίποτα.

«Μη φωνάζεις, ρε», λέει ο καπετάνιος. «Δεν ακούνε, μόνο αν πέσουν πάνω μας».

Γύρισα τον χρόνο πίσω, στα χρόνια του στρατού, στα πλωτά στον όρμο Μαραθοκάμπου, στην όμορφη Σάμο του 1979 και 1980. Αυτήν τη φορά, δεν θα σκούριαζε το Μ1, αυτό με παρηγορούσε. Ελεγε ο Αμοργιανός ο λοχίας, ο Νίκος ο Γαβαλάς, από το Αιγιάλι, «λέμβον εγκαταλείψατε» και βουτούσαμε καμιά δεκαριά άγουροι στο νερό, αναποδογυρίζαμε τη φουσκωτή βάρκα και μπαίναμε από κάτω. Με πάνινο παπούτσι, σορτσάκι, κανονική φόρμα και εξάρτυση και ένα ταλαίπωρο Μ1 στο χέρι. Και άκουγα τον διπλανό μου Χιώτη, τον Νίκο τον Φαρδή, να λέει συνέχεια. «Εδώ να, εδώ να», μην τυχόν και χαθούμε. Δύο καλοκαίρια ολόκληρα έφθασαν για να είμαι σίγουρος ότι θα μας βρει το πρωί, ότι θα δούμε τον ήλιο της Δευτέρας.

Λέγαμε ανέκδοτα, χαζολογήματα. Διηγιόταν ο Πόντιος? πώς βουτούσε μικρός σε ποτάμια στον?Ολυμπο και έβγαζε νερόφιδα. Και πιο σίγουρος απ’ όλους, έλεγε συνέχεια «ετοιμαστείτε να ξημερώσουμε εδώ, δεν θα μας ψάξει κανένας, του Αγίου Πνεύματος είναι?».

Ούτε που ξέραμε πόσες ώρες πέρασαν, όταν από μακριά φάνηκε ένας προβολέας, να έρχεται σχεδόν κατά πάνω μας. Μετά ακούστηκε θόρυβος από μηχανές. Ανοίξαμε λίγο, τους είπα να ανοιχτούμε σε διασπορά, ώστε να πετύχουμε καλύτερη πιθανότητα να μας δει. Και ήρθε τελικά πάνω μου. Φώναζα όσο μπορούσα, με είχε δει όμως, ήταν φανερό, οι μηχανές έκοψαν, ο θόρυβος έγινε πιο γλυκός τώρα. Ναι, όσο και να μη φοβόμουν, δεν θα ξεχάσω ποτέ το άλλαγμα στα γκάζια.

Ηταν ένα τεράστιο, μακρύ φουσκωτό με καρίνα, από αυτά που βλέπει κανείς στα happy end του σινεμά. Με πλησίασε μαλακά από τα πλάγια, πέταξε ένα σχοινί. Δεν χρειαζόταν βέβαια, κολύμπησα μέχρι την αλουμινόσκαλα στο πίσω μέρος. «Εχει κι άλλους δύο», φώναξα. «Ανέβα», μου λέει, «τους είδαμε». Ανέβηκα και ξάπλωσα φαρδιά-πλατιά, ανάσκελα. Τότε, πρόσεξα τα αστέρια, όλη τη νύχτα δεν είχα κοιτάξει πάνω. Στο σκάφος ήταν 4-5, καλοντυμένοι, με πλησίασε ένας και μου έδωσε κάτι σαν κουβέρτα. Δεν κρύωνα όμως. «Νερό» του λέω, «νερό». Τότε κατάλαβα ότι διψούσα. Δέσανε τη βάρκα την αναποδογυρισμένη οι άλλοι, ανέβηκαν επάνω και ξεκινήσαμε.

Ηταν ο αντιπρόσωπος της YAMAHA σε θεσσαλική πόλη, που είχε εξοχικό στον Πλαταμώνα της Πιερίας και πήγε με? δύο Γιαπωνέζους, στελέχη της εταιρείας, στο Αγιον Ορος. Είχε περάσει το δεύτερο πόδι, τη Σιθωνία, και έκοβε δρόμο να βγει στην Ποτίδαια. Μας πλησίασε ο ένας ο Γιαπωνέζος και κουνούσε επιδοκιμαστικά το κεφάλι του. «Ομορφη χώρα, τρελοί όλοι», είπε αγγλικά. Βγήκαμε σε άλλη ακτή, ο καπετάνιος δεν ήθελε να ρεζιλευτεί, βγαίνοντας στην κανονική. Αντι για Χανιώτη, βγήκαμε Κρυοπηγή

Από μηχανής θεός
Οταν σύραμε τη βάρκα έξω, βρήκα μέσα την παντόφλα μου -η άλλη ταξίδευε πια- και τα γυαλιά μου τα μυωπικά, που τα ‘χα ξεχάσει με τη φασαρία. Είχανε κολλήσει σαν βεντούζα μέσα στο ντουλαπάκι με τα… προβλεπόμενα.

Χαιρετηθήκαμε με συγκίνηση κι ακούσαμε τη μηχανή του? από μηχανής θεού μας να απομακρύνεται όμορφα, μαλακά και χορτάτα. Ητανε τέσσερις και είκοσι, αργούσε ακόμη το ξημέρωμα. Μια θάλασσα να την πιεις στο ποτήρι, εκεί στα ερείπια της Ολύνθου, απέναντι από τον Ολυμπο των Θεών.

Υ.Γ. Ενα μεγάλο ευχαριστώ στον σωτήρα μας, αλλά και μια συμβουλή σε όλους. Τα κινητά, οι φωτοβολίδες, τα GPS και κάθε ηλεκτρονικό καλούδι θέλουν πρώτα μυαλό. Και ό,τι φέρνει η ώρα, δεν το φέρνει ο χρόνος.

Αθηνά & Σωτήρης Δημηρόπουλος

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

Scroll To Top
[X] Κλείσιμο Παράθυρου

Για να βλέπετε πρώτοι τα νέα άρθρα κάνετε click στο Like button